Αφιέρωμα στο πετρέλαιο κίνησης (Diesel)
Diesel

Αφιέρωμα στο πετρέλαιο κίνησης (Diesel)

Το πετρέλαιο κίνησης είναι, µέχρι σήµερα, ένα ιδιαιτέρως δηµοφιλές καύσιµο στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα. Δεν είναι, όµως, όλα τα πετρέλαια ίδια. Οι διαφορές µεταξύ τους είναι αρκετές.

Το πετρέλαιο είναι το σπουδαιότερο από όλα τα καύσιµα στις ηµέρες µας και καλύπτει περίπου το 50% των ενεργειακών αναγκών της σηµερινής κοινωνίας. Βρίσκεται σε κοιτάσµατα µέσα στο έδαφος και από αυτό, µε κλασµατική απόσταξη, παίρνουµε τα διάφορα συστατικά του, όπως: τα υγραέρια, τη βενζίνη, την κηροζίνη, το diesel, το µαζούτ, τα ορυκτέλαια, την άσφαλτο κλπ. Το diesel (ντίζελ) χρησιµοποιείται ως καύσιµο στους πετρελαιοκινητήρες και αποστάζεται µεταξύ 200 και 360 βαθµών Κελσίου.

Ορισµοί

  1. «Ντίζελ» πετρέλαια εσωτερικής καύσης που εμπίπτουν στον κωδικό ΣΟ 27101941 και χρησιμοποιούνται για αυτοπροωθούμενα οχήματα, όπως αναφέρονται στην ΚΥΑ 12651 (ΦΕΚ 697/Β/1984 και στην ΚΥΑ 81160/861 (ΦΕΚ 574/Β/1991), όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν.
  2. «Πετρέλαια εσωτερικής καύσης που προορίζονται για χρήση από κινητά µη οδικά µηχανήµατα» οποιοδήποτε υγρό προερχόμενο από το πετρέλαιο που εμπίπτει στους κωδικούς ΣΟ 27101941 και 27101945 και προορίζεται για χρήση σε κινητήρες αναφερόμενους στην ΚΥΑ Δ.13 ε /9321 (ΦΕΚ 1218/Β/1.10.1998) και στην ΚΥΑ 11627 (ΦΕΚ 715/Β/8.6.2002), όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν.
  3. «Πετρέλαιο θέρµανσης» πετρέλαιο που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο σε εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης και εμπίπτει στον κωδικό ΣΟ 27101945.
  4. «Πετρέλαιο ναυτιλίας» πετρέλαιο που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο σε πλοία και εμπίπτει στον κωδικό ΣΟ 27101949.
  5. «Πετρέλαια εσωτερικής καύσης που προορίζονται για χρήση αποκλειστικά στη γεωργία, στις καλλιέργειες οπωροκηπευτικών, στις ιχθυοκαλλιέργειες και στη δασοκοµία» πετρέλαιο που περιγράφεται από τον κωδικό Σ.Ο. ΕΧ27.10.00.67

Τύποι πετρελαίων στην ελληνική αγορά

  1. πετρέλαιο κίνησης
  2. πετρέλαιο θέρμανσης
  3. πετρέλαιο εφοδιασμού πλοίων.

Το πετρέλαιο κίνησης που προορίζεται για χρήση σε ντιζελοκινητήρες έχει σημαντικά αυστηρότερες προδιαγραφές από το πετρέλαιο θέρμανσης, ιδιαίτερα όσον αφορά την πυκνότητα και τον αριθμό κετανίου. Επίσης, έχει σημαντικά χαμηλότερη περιεκτικότητα σε θείο από το πετρέλαιο θέρμανσης.

Για την αποφυγή της νοθείας, στο πετρέλαιο θέρμανσης προστίθεται ο ιχνηθέτης «solvent yellow 124», καθώς και κόκκινη χρωστική, ενώ στο πετρέλαιο ναυτιλίας προστίθεται ο ιχνηθέτης «κινιζαρίνη» και μαύρο χρώμα.

Το πετρέλαιο κίνησης έχει το φυσικό του χρώµα και δεν περιέχει ιχνηθέτη.

Τα χαρακτηριστικά

Το ντίζελ έχει διάφορες ιδιότητες που πρέπει να υπάρχουν ώστε να λειτουργούν αποτελεσµατικά οι σύγχρονοι πετρελαιοκινητήρες.

  • Θερµογόνος δύναµη

Η θερμογόνος δύναμη του καυσίμου μετριέται με τη χρήση θερμιδομέτρου για τον προσδιορισμό της ενέργειας που παρέχει το καύσιμο όταν καίγεται.

Η θερμογόνος δύναμη του πετρελαίου ντίζελ είναι περίπου 45,5 MJ/kg (megajoules ανά κιλό), ελαφρώς χαμηλότερη από τη βενζίνη που είναι 45,8 MJ/kg. Ωστόσο, το καύσιμο ντίζελ είναι πιο πυκνό από τη βενζίνη και περιέχει, περίπου, 15% περισσότερη ενέργεια κατ’ όγκο (περίπου 36,9 MJ/λίτρο σε σύγκριση με 33,7 MJ/λίτρο). Λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά στην ενεργειακή πυκνότητα, η συνολική απόδοση του κινητήρα ντίζελ εξακολουθεί να είναι περίπου 20% μεγαλύτερη από τον βενζινοκινητήρα, παρά το γεγονός ότι ο ντίζελ είναι βαρύτερος.

Όσο υψηλότερη είναι η θερμογόνος δύναμη του καυσίμου, τόσο περισσότερη ισχύ μπορεί να παράγει ο κινητήρας, καταναλώνοντας λιγότερα καύσιμα για να παρέχει το ίδιο έργο.

  • Πυκνότητα

Η πυκνότητα, η μάζα της μονάδας όγκου του πετρελαίου ντίζελ, μπορεί να δώσει χρήσιμες ενδείξεις για τη σύστασή του και χαρακτηριστικά σχετικά με τη λειτουργία, όπως η ποιότητα ανάφλεξης, η ισχύς, η οικονομία, οι ιδιότητες ροής σε χαμηλές θερμοκρασίες και η τάση για σχηματισμό καπνού. Η πυκνότητα του πετρελαίου δίνεται σε θερμοκρασία αναφοράς 150°C.

  • Ειδικό βάρος

Το ειδικό βάρος του πετρελαίου ντίζελ ορίζεται ως ο λόγος της πυκνότητας του καυσίμου προς την πυκνότητα του νερού.


Το ειδικό βάρος επηρεάζει τη βεντάλια ψεκασμού του καυσίμου, καθώς ψεκάζεται στον κύλινδρο.

  • Αριθµός κετανίου

Ο βαθμός ή αριθμός κετανίου είναι ένα μέτρο της ποιότητας ανάφλεξης ενός καυσίμου. Η ευκολία με την οποία το καύσιμο αναφλέγεται και ο τρόπος με τον οποίο καίγεται επηρεάζει την εκκίνηση του κινητήρα και την ταχύτητα της καύσης. Όσο υψηλότερος είναι ο βαθμός κετανίου, τόσο μικρότερος είναι ο χρόνος καθυστέρησης μεταξύ της στιγμής που το καύσιμο εισέρχεται στον θάλαμο καύσης και της στιγμής που αρχίζει να καίγεται. Επίσης, όσο υψηλότερος είναι ο αριθμός κετανίου, τόσο ευκολότερη είναι η ανάφλεξη.

Οι πολύστροφοι κινητήρες ντίζελ απαιτούν πετρέλαιο με υψηλότερο αριθμό κετανίου. Ένα πετρέλαιο ντίζελ καλής ποιότητας, με υψηλό βαθμό κετανίου, έχει χρόνο καθυστέρησης περίπου 0,001 δευτερόλεπτα.

Ο αριθμός κετανίου ενός καυσίμου ορίζεται με τη σύγκριση της ποιότητας ανάφλεξης, κάτω από πρότυπες συνθήκες λειτουργίας, με δύο γνωστά καύσιμα αναφοράς γνωστού αριθμού κετανίου. Τα καύσιμα αναφοράς ετοιμάζονται με την ανάμιξη κανονικού δεκαεξανίου (κετανίου), που έχει εξ ορισμού αριθμό κετανίου 100, με επτα-μεθυλο-εννεάνιο, που έχει αριθμό κετανίου 15. Το καθαρό κετάνιο είναι ένας άχρωμος υγρός υδρογονάνθρακας με εξαιρετικές ιδιότητες ανάφλεξης και βαθμολογείται με 100.

Η βελτίωση του αριθμού κετανίου γίνεται με υδρογονοκατεργασία, που αποσκοπεί στη μεταβολή της σύστασης του καυσίμου, ή με την προσθήκη βελτιωτικών του αριθμού κετανίου. Οι κυριότερες κατηγορίες ενώσεων που χρησιμοποιούνται ως βελτιωτικά είναι νιτρικοί αλκυλεστέρες και νιτρικοί αιθέρες.

Οι απαιτήσεις σε βαθμό κετανίου εξαρτώνται από το μέγεθος του κινητήρα, τη σχεδίαση, το φορτίο και τις ατμοσφαιρικές συνθήκες. Για παράδειγμα, οι κινητήρες που λειτουργούν σε μεγαλύτερα υψόμετρα ή χαμηλότερες θερμοκρασίες απαιτούν υψηλότερο βαθμό κετανίου για να ξεκινήσουν και να λειτουργήσουν σωστά. Η συνιστώμενη ελάχιστη τιμή, για παλαιάς τεχνολογίας πετρελαιοκινητήρες, είναι 40. Η αύξηση του βαθμού κετανίου πάνω από 48 δεν συνιστάται, καθώς δεν θα αυξήσει την απόδοση του κινητήρα. Στους σύγχρονους κινητήρες με σύστημα Common Rail, οι απαιτήσεις είναι για τιμές κετανίου 50+.

  • Ιξώδες

Το ιξώδες είναι το μέτρο αντίστασης στη ροή – μετράει πόσο παχύρευστο ή λεπτόρρευστο είναι το καύσιμο. Το ιξώδες μειώνεται, όσο αυξάνεται η θερμοκρασία. Αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα στη λειτουργία σε σύγχρονους κινητήρες εξοπλισμένους με σύστημα καυσίμου υψηλής πίεσης Common-Rail.

Το καύσιμο χαμηλού ιξώδους παράγει ένα λεπτό νέφος καυσίμου που βελτιώνει το μείγμα του με τον εισερχόμενο αέρα και βοηθά στην πλήρη καύση, για καλύτερη ισχύ και χαμηλότερες εκπομπές ρύπων. Ωστόσο, χαμηλό ιξώδες σημαίνει υπερβολική φθορά της αντλίας τροφοδοσίας, η οποία, ως γνωστόν, λιπαίνεται με το ίδιο το καύσιμο.

Το καύσιμο υψηλού ιξώδους έχει ως αποτέλεσμα χειρότερη ατμοποίηση καυσίμου, που μπορεί να οδηγήσει σε δυσκολία κατά την εκκίνηση. Ακόμη, το υψηλό ιξώδες προκαλεί υπερβολική αύξηση της πίεσης στο σύστημα τροφοδοσίας, αλλά και δίνει καυσαέρια με μεγάλο ποσοστό λευκού καπνού.

  • Περιεκτικότητα σε θείο

Η περιεκτικότητα του καυσίμου σε θείο εξαρτάται από το είδος του αργού πετρελαίου απ’ το οποίο προήλθε. Το θείο περιέχεται στο καύσιμο ως ετεροάτομο στους υδρογονάνθρακες και μπορεί να βρίσκεται ενωμένο, είτε σε ευθύγραμμη αλυσίδα, είτε σε δακτύλιο. Οι κατηγορίες θειούχων ενώσεων στο ντίζελ είναι μερκαπτάνες, σουλφίδια, δισουλφίδια, θειοφένια, βενζοθειοφαίνια και διβενζοθειοφαίνια.

Η μέτρησή του βασίζεται σε φθορισμό ακτίνων Χ (XRF). Εφαρμόζονται οι μέθοδοι ISO 8754 που είναι EDXRF και ISO 14596 που είναι WDXRF. Η μείωση της περιεκτικότητας σε θείο γίνεται με κατεργασία του καυσίμου σε μονάδες υδρογονοαποθείωσης (hydrodesulfurization), οι οποίες πρέπει να επιτύχουν υψηλότερους βαθμούς μετατροπής για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στα αυστηρά όρια των προδιαγραφών που ισχύουν.


Η περιεκτικότητα του καυσίμου σε θείο επηρεάζει την αυξημένη φθορά στα ακόλουθα εξαρτήματα:

  1. Έμβολα
  2. Ελατήρια
  3. Βαλβίδες
  4. Κύλινδροι

Αυτή η αυξημένη φθορά έχει να κάνει με τις διαβρωτικές επιδράσεις του υδρόθειου στο καύσιμο σε συνδυασμό με τα οξείδια του θείου, που σχηματίζονται κατά τη διαδικασία της καύσης.

  • Περιεχόµενο νερού και ιζηµάτων

Το νερό δεν μπορεί να απομακρυνθεί, εντελώς, από τα ντίζελ. Ενδέχεται να εισέλθει στο καύσιμο κατά τις διεργασίες παραγωγής ή από το δίκτυο αποθήκευσης και μεταφοράς και η ύπαρξη νερού υποβοηθά την ανάπτυξη μυκήτων και βακτηρίων, που μπορεί να οδηγήσουν σε φραγή των φίλτρων καυσίμου.

Το ίζημα που εμφανίζεται στα ντίζελ είναι, κυρίως, ανόργανης προέλευσης: σωματίδια μετάλλων και σκουριά από τις δεξαμενές αποθήκευσης. Οργανικό υπόστημα (κατακάθι) μπορεί να εμφανιστεί από τη συσσωμάτωση ολεφινών από πυρολυμένα gasoil ή από βακτηριακή δράση.

Η περιεκτικότητα σε νερό και ιζήµατα στο καύσιµο ενδέχεται, επίσης, να προκαλέσει σκουριά και ζηµιά στα εξαρτήµατα του συστήµατος τροφοδοσίας καυσίµου.

Το νερό και το ίζημα συμβάλλουν στη φραγή των φίλτρων των δικτύων διανομής και μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα λόγω διάβρωσης και φθοράς του συστήματος ψεκασμού.

Το καύσιμο ντίζελ με υψηλή περιεκτικότητα σε νερό μπορεί να οδηγήσει στον σχηματισμό σωματιδίων οξειδίου του σιδήρου μέσα στη δεξαμενή καυσίμου. Αυτό προκαλεί εσωτερική σκουριά των σωλήνων καυσίμου, των αντλιών και των μπεκ, όταν ο κινητήρας δεν χρησιμοποιείται. Έχει παρουσιαστεί αυτό το πρόβλημα σε κινητήρες που δεν λειτουργούν για κάποιο χρονικό διάστημα και έχουν εμφανίσει προβλήματα από σκουριά.

Ο σχηματισμός γαλακτωμάτων του καυσίμου με νερό μπορεί να δώσει μία θολερότητα στην εμφάνιση του καυσίμου, κάτι που προκαλεί προβλήματα διάθεσής του στην αγορά. Το ζήτημα αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη χρήση κατάλληλων πρόσθετων.

  • Ανθρακούχο υπόλειµµα

Το μαύρο υλικό που παραμένει μετά την καύση του πετρελαίου ντίζελ ονομάζεται ανθρακούχο υπόλειμμα. Η ποσότητα των εναποθέσεων υπολειμμάτων άνθρακα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον κατασκευαστή του κινητήρα, καθώς και από τις συνθήκες λειτουργίας του ίδιου του κινητήρα.

Το ανθρακούχο υπόλειμμα προέρχεται από τη μικρή ποσότητα βαρέων συστατικών που υπάρχουν στο καύσιμο, τα οποία, κατά τη διάρκεια της καύσης, δεν οξειδώνονται πλήρως, αλλά πολυμερίζονται, σχηματίζοντας ένα είδος αιθάλης. Το εξανθράκωμα προσδιορίζει την τάση του καυσίμου να δημιουργεί ανθρακούχες αποθέσεις.

  • Σηµείο ανάφλεξης

Το σημείο ανάφλεξης (flash point) είναι η χαμηλότερη θερμοκρασία στην οποία αναφλέγονται οι ατμοί του καυσίμου με προσαγωγή, όταν αυτό θερμαίνεται κάτω από πρότυπες συνθήκες. Όσο χαμηλότερο είναι το σημείο ανάφλεξης, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος έκρηξης.

Το σημείο ανάφλεξης σχετίζεται με τη μετωπική πτητικότητα του καυσίμου και καθορίζει, εν μέρει, τα ελαφρύτερα συστατικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Αποτελεί μία προδιαγραφή ασφαλείας για τις συνθήκες αποθήκευσης και μεταφοράς, συνιστώντας την πρώτη ένδειξη μόλυνσης με ελαφρύτερα συστατικά (βενζίνη).

  • Λιπαντικότητα

Η λιπαντική ικανότητα του πετρελαίου κίνησης είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς το καύσιμο θα πρέπει να λιπαίνει, κατά κύριο λόγο, τα κινητά εξαρτήματα του συστήματος ψεκασμού.


Η μείωση της περιεκτικότητας των καυσίμων σε θείο έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της λιπαντικής τους ικανότητας.

Ωστόσο, χρησιμοποιούνται πρόσθετα για τη βελτίωσή της. Η μέθοδος που εφαρμόζεται για τη μέτρηση της λιπαντικής ικανότητας του πετρελαίου είναι η ISO 12156-1: 1997.

  • Διαβρωτικότητα

Ένα από τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένα καύσιμο ντίζελ, είναι η εξασφάλιση ότι δεν θα προσβάλλει τα μέταλλα με τα οποία θα έρχεται σε επαφή στο σύστημα αποθήκευσης, διανομής και τροφοδοσίας στον κινητήρα. Ο χαλκός και τα κράματά του είναι ευπρόσβλητα από συγκεκριμένες ενώσεις θείου που έχουν διαβρωτικό χαρακτήρα.

Η τάση διάβρωσης του καυσίμου ντίζελ είναι ένα μέτρο της αντίδρασής του με μέρη χαλκού, ορείχαλκου ή μπρούτζου των εξαρτημάτων του συστήματος τροφοδοσίας. Η μέθοδος διάβρωσης χάλκινου ελάσματος δίνει μία ένδειξη της τάσης του καυσίμου να προσβάλλει μεταλλικές επιφάνειες. Η τάση διάβρωσης μετριέται, γενικά, με τη βύθιση μίας λωρίδας γυαλισμένου χαλκού στο καύσιμο για περίοδο τριών ωρών στους 100°C. Τα αποτελέσματα ερμηνεύονται είτε ως ελαφρά αμαύρωση, μέτρια αμαύρωση ή διάβρωση.

  • Σχηµατισµός τέφρας

Το πετρέλαιο ντίζελ περιέχει υλικά που σχηματίζουν τέφρα κατά την καύση, με τη μορφή αιωρούμενων λειαντικών στερεών ή διαλυτών μεταλλικών σαπώνων, όπως οι διαλυτές οργανομεταλλικές ενώσεις. Τα λειαντικά στερεά προκαλούν φθορά των μπεκ, των εμβόλων, των ελατηρίων και των χιτωνίων των κυλίνδρων.

Η τέφρα από διαλυτούς µεταλλικούς σάπωνες συµβάλλει στις εναποθέσεις, τον σχηµατισµό λάσπης και τη φθορά του κινητήρα.

  • Πτητικότητα

Πτητικότητα είναι η ικανότητα ενός υγρού να μετατρέπεται σε ατμό. Τα χαρακτηριστικά πτητικότητας ενός πετρελαίου ντίζελ εκφράζονται σε όρους θερμοκρασίας, στην οποία αποστάζουν συγκεκριμένες ποσότητες από ένα δείγμα του καυσίμου, υπό ελεγχόμενη θέρμανση και εντός προτυποποιημένης συσκευής.

Η πτητικότητα του καυσίμου επηρεάζει και άλλες ιδιότητες, όπως το ιξώδες, το σημείο ανάφλεξης, τη θερμοκρασία αυτανάφλεξης, τον αριθμό κετανίου και την πυκνότητα. Καθώς μειώνεται η πτητικότητα, αυξάνουν οι εναποθέσεις άνθρακα και η φθορά των εξαρτημάτων. Επίσης μπορεί να προκαλέσει περισσότερο καπνό.

  • Ιδιότητες ροής σε χαµηλές θερµοκρασίες

Οι παραφινικές ενώσεις είναι επιθυμητές στα ντίζελ, λόγω της πολύ καλής ποιότητας ανάφλεξής τους. Η ύπαρξη, όμως, μεγαλομορίων παραφίνης δημιουργεί το πρόβλημα του διαχωρισμού της, σε σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες. Ο διαχωρισμός αυτός προκαλεί προβλήματα στο σύστημα διανομής του καυσίμου και είναι ανεπιθύμητος. Η λειτουργικότητα ενός οχήματος σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες είναι απαραίτητη και γι’ αυτό τον λόγο, το πρόβλημα της ροής σε χαμηλές θερμοκρασίες αντιμετωπίζεται με τη χρήση κατάλληλων πρόσθετων. Τα πρόσθετα αυτά είναι, συνήθως, πολυμερή που δεν επιτρέπουν τη συσσωμάτωση των κρυστάλλων παραφίνης σε μορφή η οποία δεν επιτρέπει τη ροή του καυσίμου. Για τον προσδιορισμό των ιδιοτήτων ροής σε χαμηλές θερμοκρασίες υπάρχουν τόσο στατικές, όσο και δυναμικές μέθοδοι μέτρησης.

Η περιεκτικότητα σε κερί είναι ένας σημαντικός παράγοντας που ενδέχεται να επηρεάσει την απόδοση του ντίζελ κινητήρα σε ψυχρές συνθήκες. Το κερί που μπορεί να υπάρχει αναφέρεται ως «παραφίνη». Λόγω της ισχυρής σχέσης μεταξύ θερμοκρασίας και διαλυτότητας αυτού του κεριού, ο διαχωρισμός του αποτελεί πρόβλημα κατά τον χειρισμό και τη χρήση καυσίμου ντίζελ, κατά τη λειτουργία σε κρύο καιρό.

Η παραφίνη είναι ένα στερεό κηρώδες κρυσταλλικό μείγμα κορεσμένων υδρογονανθράκων ευθείας αλυσίδας που απαντώνται, φυσικά, σε όλα τα πετρέλαια ντίζελ. Η παραφίνη λιώνει στους περίπου 40 έως 60°C (104 έως 140°F).

Η περιεκτικότητα σε κερί ποικίλλει σημαντικά, ανάλογα με το αργό πετρέλαιο από το οποίο παρήχθη, αρχικά, το καύσιμο και τον τρόπο επεξεργασίας του. Καθώς το καύσιμο ψύχεται, επιτυγχάνεται μία θερμοκρασία στην οποία αυτό γίνεται κορεσμένο με κερί. Οποιαδήποτε περαιτέρω ψύξη αναγκάζει το κερί να «στερεοποιηθεί».

  • Σηµείο θόλωσης

Καθώς οι υδρογονάνθρακες γίνονται λιγότερο διαλυτοί, αρχίζουν να καθιζάνουν και να σχηματίζουν κρυστάλλους κεριού. Η θερμοκρασία στην οποία γίνεται αρκετά μεγάλος ο αριθμός αυτών των κρυστάλλων κεριού, ώστε το καύσιμο να φαίνεται θολό, ονομάζεται «σημείο θόλωσης ή νέφωσης».

Το σημείο θόλωσης είναι η θερμοκρασία στην οποία παρατηρείται διαχωρισμός κρυστάλλων παραφίνης από το καύσιμο, όταν αυτό ψυχθεί κάτω από ειδικές συνθήκες. Το σημείο θόλωσης δεν είναι τόσο σημαντικό, καθώς η εμφάνιση των πρώτων κρυστάλλων δεν περιορίζει τη δυνατότητα ροής του καυσίμου.

  • Σηµείο ροής

Καθώς το καύσιμο ψύχεται περαιτέρω, οι κρύσταλλοι κεριού συνεχίζουν να καθιζάνουν. Η χαμηλότερη θερμοκρασία στην οποία παρατηρείται ότι το καύσιμο ρέει ονομάζεται «σημείο ροής».

Το σημείο ροής δίνει τη θερμοκρασία στην οποία ο διαχωρισμός παραφίνης είναι τόσο έντονος, που δεν επιτρέπει στο καύσιμο να είναι ρευστό, όταν ψυχθεί κάτω από ειδικές συνθήκες.

Τα πρόσθετα μπορούν να βοηθήσουν, μειώνοντας τη θερμοκρασία του σημείου ροής.

  • Θερµοκρασία απόφραξης ψυχρού φίλτρου

Το πρόβλημα με το σημείο θόλωσης και το σημείο ροής είναι ότι δίνουν δύο ακραίες θερμοκρασίες. Το σημείο θόλωσης υποεκτιμά τις ιδιότητες ψυχρής ροής του καυσίμου, ενώ, αντίθετα, το σημείο ροής τις υπερεκτιμά.

Έρευνες που έγιναν σε ευρωπαϊκές χώρες είχαν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη της μεθόδου προσδιορισμού της «θερμοκρασίας απόφραξης ψυχρού φίλτρου» (cold filter plugging point, CFPP). Με τη μέθοδο αυτή, αντλείται το πετρέλαιο με ορισμένη πίεση, μέσω ενός φίλτρου ορισμένου ανοίγματος πόρων. Το όλο σύστημα ψύχεται και σημειώνεται η θερμοκρασία στην οποία ποσότητα 20ml καυσίμου μπορεί να περάσει, μέσω του φίλτρου, σε χρόνο μικρότερο από 60sec κάτω από τις συνθήκες της μεθόδου.

Του Νίκου Βασιλάκη

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ