Μια σηµαντική απόφαση έλαβε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εγκρίνοντας µε ευρεία πλειοψηφία αλλαγές στα πρότυπα εκποµπών CO2 για νέα αυτοκίνητα και ηµιφορτηγά.
Με 458 ψήφους υπέρ, 101 κατά και 14 αποχές, οι ευρωβουλευτές υιοθέτησαν την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δίνοντας ανάσα στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία που βρίσκεται αντιμέτωπη με κοσμογονικές τεχνολογικές εξελίξεις και εντεινόμενο ανταγωνισμό από τρίτες χώρες.
Η βασική ρύθμιση αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται στους κατασκευαστές οχημάτων να υπολογίζουν τη συμμόρφωση με τους στόχους εκπομπών CO2 για τα έτη 2025, 2026 και 2027 με βάση τον μέσο όρο της τριετίας, αντί για ξεχωριστό ετήσιο έλεγχο. Αυτή η αλλαγή δεν μειώνει τις συνολικές περιβαλλοντικές απαιτήσεις, αλλά προσφέρει ένα πιο ρεαλιστικό πλαίσιο συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις πρακτικές δυσκολίες που συχνά προκύπτουν σε μεμονωμένα έτη λόγω αστάθμητων παραγόντων στην παραγωγή ή στην αγορά.
Με βάση το ισχύον καθεστώς, οι στόχοι εκπομπών επιβάλλονται ετησίως και καλύπτουν πενταετείς περιόδους. Για την περίοδο 2025–2029 προβλέπεται ετήσια μείωση των μέσων εκπομπών CO2 κατά 15%, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2021.
Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα πρωτοβουλιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αποσκοπούν στη στήριξη της αυτοκινητοβιομηχανίας, ενός στρατηγικού τομέα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η πρόταση αποτελεί μέρος του σχεδίου βιομηχανικής δράσης για τον κλάδο, το οποίο παρουσιάστηκε στις 5 Μαρτίου 2025. Το σχέδιο στηρίχθηκε στον στρατηγικό διάλογο για το μέλλον της αυτοκινητοβιομηχανίας, μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε η πρόεδρος της Επιτροπής Ursula von der Leyen στα τέλη Ιανουαρίου. Στον διάλογο αυτό συμμετείχαν εκπρόσωποι της βιομηχανίας, ειδικοί, κρατικοί φορείς και άλλοι εμπλεκόμενοι, ενώ λήφθηκαν υπόψη και τα αποτελέσματα μιας ευρείας δημόσιας διαβούλευσης.
Η συζήτηση για το μέλλον του κλάδου αφορά όχι μόνο τις περιβαλλοντικές προκλήσεις, αλλά και την ανάγκη για καινοτομία, διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και στήριξη των θέσεων εργασίας σε μια εποχή μετάβασης προς την ηλεκτροκίνηση και τις «καθαρές» τεχνολογίες. Με αυτή τη νομοθετική προσαρμογή, η ΕΕ επιχειρεί να εξισορροπήσει την αυστηρή περιβαλλοντική πολιτική με την πραγματικότητα της παραγωγής, αποφεύγοντας τον ασφυκτικό έλεγχο που μπορεί να προκαλούσε στρεβλώσεις ή αδικαιολόγητα πρόστιμα.
Η ψήφιση του μέτρου αποτελεί ενδεικτική κίνηση της βούλησης των ευρωπαϊκών θεσμών να προστατεύσουν την αυτοκινητοβιομηχανία χωρίς να χαλαρώσουν τους περιβαλλοντικούς στόχους. Είναι μια πράξη ισορροπίας ανάμεσα στην πράσινη μετάβαση και την ανάγκη να παραμείνει η ευρωπαϊκή βιομηχανία ζωντανή και ανταγωνιστική σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.





