Ο δωδεκακύλινδρος κινητήρας του Volkswagen Phaeton, στην ανορθόδοξη διάταξη W, έµεινε στην ιστορία επειδή απέδωσε µε ακρίβεια µια συγκεκριµένη µηχανολογική αντίληψη για το αυτοκίνητο, όπως τη διαµόρφωσε ο Ferdinand Piech.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν η Volkswagen αποφάσισε να τοποθετηθεί απέναντι στα µοντέλα της premium κατηγορίας µε ένα µεγάλο, πολυτελές σεντάν (και µε το Audi A8 να βρίσκεται στο στόχαστρό της παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για οµόσταυλες εταιρείες), το ζητούµενο δεν περιορίστηκε σε µια ισχυρή έκδοση κορυφής. Ο Ferdinand Piech, τότε επικεφαλής του Οµίλου Volkswagen, ‘‘φύσει και θέσει’’ µηχανικός, µε καθοριστική συµβολή στην εξέλιξη της Audi και της ίδιας της VW, επιδίωκε να παράξει ένα µοντέλο που θα µπορούσε να σταθεί µε αξιώσεις δίπλα στα κορυφαία αυτοκίνητα της εποχής. Εκεί ξεκινά ουσιαστικά η ιστορία του W12.
Για να υπάρξει ένα αυτοκίνητο όπως το είχε στο µυαλό του ο Piech, ειδικά ο κινητήρας έπρεπε να συνδυάζει κύρος, ισχύ και συγκεκριµένα γεωµετρικά χαρακτηριστικά. Οι εξωτερικές διαστάσεις όφειλαν να είναι περιορισµένες, η τοποθέτηση διαµήκης, η λειτουργία οµαλή και η απόδοση σταθερή και «βελούδινη», συµβατή µε τον χαρακτήρα ενός πολυτελούς σεντάν. Από αυτή την απαίτηση προέκυψε ένα σύνολο που µέχρι σήµερα ξεχωρίζει ως µία από τις πιο ιδιαίτερες τεχνικές εφαρµογές σε αυτοκίνητο παραγωγής.

Το ίδιο το Phaeton έκανε πρεµιέρα στη Γενεύη στις 6 Μαρτίου 2002 και κατασκευαζόταν στο νέο Γυάλινο Εργοστάσιο της Δρέσδης, µια µονάδα σχεδιασµένη αποκλειστικά για το µοντέλο, µε σχεδόν χειροποίητη συναρµολόγηση, λευκές ποδιές, γάντια και αυστηρή προσήλωση στην ακρίβεια των διαδικασιών. Η Volkswagen έκανε λόγο για πάνω από 100 ευρεσιτεχνίες και για µια παραγωγική διαδικασία που στηριζόταν σε µεγάλο βαθµό στο χέρι, µε στόχο την επίτευξη κορυφαίας ποιότητας κατασκευής, που ήδη υποδήλωνε τον χαρακτήρα του αυτοκινήτου.
Η ιδέα που πήρε σχήµα
Ο W12 δεν προέκυψε ως συµβατική εξέλιξη ενός δωδεκακύλινδρου. Η βασική του αρχή βασίστηκε στον VR6 της Volkswagen, τον εξακύλινδρο περιορισµένης γωνίας που είχε σχεδιαστεί για ανάλογους χώρους εγκατάστασης. Η αρχιτεκτονική του W12 συνδύασε δύο τέτοιες µονάδες υπό γωνία 72 µοιρών και κοινό στροφαλοφόρο άξονα. Το αποτέλεσµα ήταν ένας δωδεκακύλινδρος «W» κινητήρας σηµαντικά πιο κοντός από έναν κλασικό V12, µε κυβισµό 5.998 κ.εκ. και διάταξη που εξυπηρετούσε άµεσα το ζήτηµα της τοποθέτησης. Η ίδια η µάρκα τον περιέγραψε ως ασυνήθιστα κοντό, ενώ η απόδοση του σε εκείνη τη φάση ανέρχονταν σε 420 ίππους, µε τη ροπή να φτάνει τα 550 Nm.
Η σηµασία αυτής της αρχιτεκτονικής είχε άµεση εφαρµογή: Σε ένα µεγάλο τετρακίνητο σεντάν µε διαµήκη τοποθέτηση εµπρός, κάθε χιλιοστό στον χώρο του κινητήρα επηρεάζει βάρη, µετάδοση, γωνίες ηµιαξονίων και τη συνολική διάταξη του οχήµατος. Ο W12 έδωσε στη Volkswagen τη δυνατότητα εγκατάστασης δωδεκακύλινδρου συνόλου με ελεγχόμενες διαστάσεις και χωρίς πρόσθετους περιορισμούς στην αρχιτεκτονική του αυτοκινήτου.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ιδέα του W κινητήρα συνδέθηκε άµεσα µε τον ίδιο τον Piech. Είναι χαρακτηριστικό, ότι το αρχικό σχέδιο της διάταξης αποτυπώθηκε το 1997 πάνω σε έναν φάκελο, σε διαδροµή µε ιαπωνικό τρένο υψηλής ταχύτητας και η αλήθεια είναι ότι το στοιχείο αυτό ευθυγραµµίζεται µε τον τρόπο σκέψης του Piech, δηλαδή µε την εµµονή του σχετικά µε την άµεση µετατροπή µιας ιδέας σε τεχνικό αποτέλεσµα.

Ο κινητήρας µέσα στο αυτοκίνητο
Όπως ήδη αναφέρθηκε, στην αρχική του μορφή ο W12 του Phaeton απέδιδε 309 kW, περίπου 420 ίππους, στις 6.000 σ.α.λ. και 550 Nm ροπής στις 3.000 σ.α.λ. Από το 2005 η ισχύς αυξήθηκε στους 450 ίππους και η ροπή στα 560 Nm, με τη μέγιστη ροπή διαθέσιμη σε μεγαλύτερο εύρος στροφών. Στη μετέπειτα ανανεωμένη εκδοχή του, η Volkswagen αναφέρει επιτάχυνση 0-100 χλμ./ώρα σε 6,1 δευτερόλεπτα για το μοντέλο με μακρύ μεταξόνιο, με τελική ταχύτητα περιορισμένη στα 250 χλμ./ώρα και μεικτή κατανάλωση 14,5 λτ./100 χλμ.
Οι αριθμοί αποτυπώνουν μέρος της εικόνας. Η λειτουργία του κινητήρα έπρεπε να ενσωματώνεται σε ένα σύνολο με έμφαση στην άνετη κίνηση και στην αίσθηση σταθερότητας. Στο εσωτερικό, η Volkswagen είχε επενδύσει σε αερανάρτηση, σε τετραζωνικό κλιματισμό με ελεγχόμενη ροή αέρα, σε παχύτερα κρύσταλλα και σε υλικά που περιόριζαν θορύβους και κραδασμούς.
Η αξία του αναδεικνυόταν στον τρόπο λειτουργίας, αφού η συμπαγής του μορφή εξυπηρετούσε την εγκατάσταση, η δωδεκακύλινδρη διάταξη υποστήριζε την ομαλή λειτουργία και η συνεργασία με το αυτόματο κιβώτιο και το σύστημα 4MOTION ήταν εξαιρετική. Η Volkswagen περιέγραφε το Phaeton ως αυτοκίνητο με «ήρεμο χαρακτήρα», με τον W12 να ενσωματώνεται πλήρως σε αυτή την περιγραφή.
Ο Piech και η αυστηρότητα της απαίτησης
Για να κατανοηθεί ο W12 του Phaeton, είναι απαραίτητη η κατανόηση του ανθρώπου που τον απαίτησε. Ο Ferdinand Piech δεν αντιμετώπισε ποτέ τη γκάμα μοντέλων ως διαχειριστικό ζήτημα. Είχε τη φήμη μηχανικού που πίεζε για τα έργα, για τις ομάδες εργασίας και τις προδιαγραφές που δούλευαν στο όριο, συχνά πέρα από όσα υπαγόρευε η εμπορική λογική. Η ίδια η Volkswagen, ανατρέχοντας στην πορεία του Phaeton, περιγράφει το εγχείρημα ως φιλόδοξο από την αφετηρία του και σημειώνει ότι στόχος ήταν η τοποθέτηση της μάρκας σε νέο επίπεδο.
Η προσέγγισή του αποτυπώθηκε σε συγκεκριμένες απαιτήσεις. Το αμάξωμα σχεδιάστηκε για συνεχή κίνηση στα 300 χλμ./ώρα (παρά το γεγονός ότι περιορίζονταν ηλεκτρονικά στα 250 χλμ./ώρα), η ακαμψία ήταν ακλόνητη, η καμπίνα απαιτούσε ελεγχόμενες συνθήκες άνεσης, ενώ το εργοστάσιο της Δρέσδης οργανώθηκε ως χώρος παραγωγής υψηλής ακρίβειας. Ο Piech είχε δηλώσει το 2001 ότι εκεί θα κατασκευαζόταν η ναυαρχίδα της Volkswagen, με συνδυασμό εκλεπτυσμένης χειρωνακτικής εργασίας και σύγχρονης τεχνολογίας. Ο W12 ενσωμάτωνε αυτή τη λογική σε επίπεδο μηχανολογίας.
Η ίδια επιλογή εξηγεί και τη σύνθετη φύση του κινητήρα. Η συγκέντρωση δώδεκα κυλίνδρων σε περιορισμένο όγκο αύξησε την πολυπλοκότητα σε ζητήματα ψύξης, λίπανσης και διαχείρισης θερμικών φορτίων. Έτσι, η ιδέα προχώρησε γρήγορα προς την παραγωγή, ενδεχομένως ταχύτερα απ’ όσο επέτρεπε ο επιδιωκόμενος στόχος, με τα εγγενή χαρακτηριστικά της να επηρεάζουν τη μετέπειτα εξέλιξή της. Ο W12 καταγράφεται ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τεχνικής κατεύθυνσης που υλοποιήθηκε με σαφή προτεραιότητα στη σύλληψη.
Η θέση του κινητήρα στη γκάµα του Phaeton
Ο W12 δεν αποτέλεσε τον εμπορικά κυρίαρχο κινητήρα του Phaeton, αφού οι πωλήσεις σημείωσαν καλύτερη επίδοση αργότερα, από την έκδοση με το πετρελαιοκίνητο σύνολο 3.0 V6 TDI. Ωστόσο, ο W12 συμπύκνωνε με απόλυτη ακρίβεια τον σκοπό του μοντέλου. Έδωσε στο αυτοκίνητο τεχνικό βάθος, το τοποθέτησε απέναντι στα κορυφαία ονόματα της κατηγορίας και μετέφερε στον δρόμο την ιδέα μιας Volkswagen με πλήρη μηχανολογική αυτοπεποίθηση.
Ωστόσο, η εμπορική πορεία του αυτοκινήτου δεν ακολούθησε την τεχνική του πληρότητα. Η Volkswagen επιχείρησε να τοποθετήσει ένα αυτοκίνητο κορυφής σε ένα brand που δεν είχε αντίστοιχη εικόνα στην πολυτελή κατηγορία, ενώ η διακριτική του σχεδίαση δεν ενίσχυσε την αντίληψη αξίας σε ένα κοινό που έδινε βάρος και στη συμβολική διάσταση της επιλογής. Παράλληλα, η προσέγγιση του Ferdinand Piech, με έμφαση στην απόλυτη τεχνική αρτιότητα και με ιδιαίτερα αυστηρές προδιαγραφές, οδήγησε σε ένα εξαιρετικά σύνθετο και δαπανηρό προϊόν, του οποίου τα πλεονεκτήματα δεν ήταν άμεσα ορατά. Το αποτέλεσμα ήταν ένα αυτοκίνητο που δικαίωνε πλήρως τη μηχανολογική του φιλοδοξία, χωρίς να συναντήσει αντίστοιχη αποδοχή στην αγορά. Όταν η παραγωγή ολοκληρώθηκε το 2016 και η Volkswagen στράφηκε προς την ηλεκτροκίνηση, ο W12 είχε ήδη καταγράψει τη θέση του ως μια ξεχωριστή μηχανολογική ενότητα στην ιστορία της μάρκας. Συνδέθηκε άµεσα µε την πιο απαιτητική έκφραση της φιλοδοξίας του Ferdinand Piech και παραµένει σηµείο αναφοράς για τον τρόπο µε τον οποίο µια ιδέα µπορεί να διαµορφώσει ένα ολόκληρο αυτοκίνητο.





