Για τρεις δεκαετίες, ο Mille Miglia υπήρξε ο πιο απαιτητικός και χαρακτηριστικός αγώνας στην Ιταλία. Μια διαδροµή χιλίων µιλίων σε δηµόσιους δρόµους, ένα «πεδίο µάχης» για πληρώµατα και µηχανές, και ταυτόχρονα, µια κινούµενη έκθεση της τεχνολογικής υπεροχής της ιταλικής αυτοκινητοβιοµηχανίας. Ο αγώνας γέννησε θρύλους και τραγωδίες, και κληροδότησε µια παράδοση που επηρέασε ολόκληρο το ευρωπαϊκό motorsport.
Η ιστορία του αγώνα Mille Miglia ξεκινά στη Brescia, μια πόλη με βαθιές ρίζες στον ιταλικό μηχανοκίνητο αθλητισμό, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η αφορμή για τη διοργάνωσή του ήταν σχεδόν «προσωπική», μια υπόθεση «τοπικής υπερηφάνειας». Η πραγματοποίηση του ιταλικού Grand Prix στη Μόντζα το 1922 θεωρήθηκε από τους κύκλους των επιφανών πολιτών της Brescia όχι μόνο παραγνώριση, αλλά και υποτίμηση της δικής τους ιστορικής συμβολής στο motorsport. Από αυτή την αίσθηση αδικίας γεννήθηκε η ιδέα ενός αγώνα που δεν θα ήταν απλώς ανταγωνιστικός ως προς την ταχύτητα, αλλά και θεμελιακά διαφορετικός ως προς τον χαρακτήρα του: ένας αγώνας δρόμου μεγάλης απόστασης, με σημείο εκκίνησης και τερματισμού μια πόλη που ένιωθε ότι της άξιζε η δική της μεγάλη διοργάνωση.
Οι Aymo Maggi, Franco Mazzotti, Giovanni Canestrini και Renzo Castagneto, επιχειρηµατίες, δηµοσιογράφοι και αξιωµατούχοι του τοπικού αυτοκινητιστικού club, συνέλαβαν την ιδέα και ανέλαβαν την υλοποίησή της. Η διαδροµή επιλέχθηκε µε τρόπο που συνδύαζε συµβολισµό και εντυπωσιασµό: από τη Brescia προς τη Ρώµη και πίσω, περίπου χίλια µίλια συνολικά, µια απόσταση ικανή να αναδείξει τόσο την ταχύτητα όσο και την αντοχή ανθρώπων και µηχανών. Δεν ήταν µια περίκλειστη πίστα, ένας προστατευµένος χώρος µε όρια. Ήταν δηµόσιοι δρόµοι, πραγµατικές πόλεις, υπαρκτοί κίνδυνοι, άσχετα µε το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του αγώνα οι διαδροµές ήταν φυσικά κλειστές στην κυκλοφορία. Εξαιρετικά σηµαντική είναι η λεπτοµέρεια ότι στον πυρήνα της διοργάνωσης υπήρχε και πολιτική σκέψη. Η επιλογή της Ρώµης ως σηµείου αναφοράς δεν έγινε τυχαία. Σε µια εποχή που το φασιστικό καθεστώς αναζητούσε τρόπο να προβάλλει τεχνολογική υπεροχή και εθνική συνοχή, ο αγώνας λειτουργούσε ως µια µεγάλη κινούµενη βιτρίνα.

Η διαδροµή, ο χαρακτήρας και η προβολή των κατασκευαστών
Ο πρώτος αγώνας του 1927 συγκέντρωσε 75 οδηγούς, αποκλειστικά Ιταλούς. Αυτό από μόνο του καταδείκνυε ότι ο Mille Miglia είχε φτιαχτεί πρωτίστως για να αποθεώσει την εγχώρια βιομηχανία. Η σημασία της επιλογής μοντέλων παραγωγής και όχι πρωτοτύπων ή αμιγώς αγωνιστικών αυτοκινήτων υπήρξε καθοριστική. Ό,τι διέτρεχε τις περιοχές του αγώνα ήταν, θεωρητικά, αυτοκίνητα που μπορούσε να αγοράσει ένας πολίτης, υπό την αίρεση φυσικά ότι ο μηχανοκίνητος αθλητισμός της εποχής ήταν μια υπόθεση που αφορούσε κυρίως την οικονομική ελίτ. Αυτή η απόφαση προσέδωσε στον αγώνα χαρακτήρα επίδειξης των τεχνολογικών δυνατοτήτων των κατασκευαστών. Οι εταιρείες ήξεραν ότι κάθε πέρασμα μέσα από μια πόλη ισοδυναμούσε με ζωντανή διαφήμιση. Η διαδρομή του αγώνα περνούσε μπροστά από σπίτια, σε χωριά και πλατείες, και η εικόνα ενός αυτοκινήτου που άντεχε τόσα χιλιόμετρα χωρίς μηχανικές βλάβες είχε αξία μεγαλύτερη από οποιαδήποτε ρεκλάμα ή ραδιοφωνικό σποτ της εποχής.
Τα πρώτα χρόνια της διοργάνωσης, η Ιταλία κυριαρχούσε σε επίπεδο κατασκευαστών και οδηγών. Η Alfa Romeo, με τα ελαφριά και τεχνολογικά προηγμένα της μοντέλα, κατέκτησε νίκες που την ανέβασαν ακόμη περισσότερο στην ευρωπαϊκή συνείδηση ως κορυφαίο κατασκευαστή. Οι Ferrari, με καθυστέρηση σε σχέση με την Alfa, μπήκαν θεαματικά στο παιχνίδι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ο Enzo Ferrari άρχισε να δομεί μια αγωνιστική ομάδα με ποιότητα και βάθος. Οι νίκες των Ιταλών οδηγών ήταν αναμενόμενες: Tazio Nuvolari, Alberto Ascari, Achille Varzi, ονόματα που σφράγισαν μια εποχή που το θάρρος μετρούσε όσο και η τεχνολογία.
Οι διεθνείς νίκες και η εποχή των θρύλων
Παρόλα αυτά, ο αγώνας δεν αποτέλεσε ιταλική υπόθεση εσαεί. Σε τρεις περιπτώσεις αυτοκίνητα εκτός Ιταλίας κέρδισαν τον Mille Miglia και μάλιστα και στις τρεις ήταν γερμανικά: δύο Mercedes-Benz (το 1931 και το 1955) και μια BMW (1940). Ωστόσο, η νίκη του 1955, με οδηγό τον Βρετανό Stirling Moss, παραμένει θρυλική. Ο Moss ήταν ένας από τους πιο χαρισματικούς, ταλαντούχους και αποτελεσματικούς οδηγούς της εποχής του. Η επίδοσή του ήταν τόσο ιδιαίτερη που απέκτησε σχεδόν μυθική διάσταση. Έχοντας δίπλα του τον Denis Jenkinson, έναν συνοδηγό που είχε επινοήσει λεπτομερή τρόπο σημειώσεων, κατάφερε να καλύψει όλη τη διαδρομή σε χρόνο που κατέρριψε ό,τι είχε καταγραφεί πριν από την επίδοσή του. Η ταχύτητα με την οποία κινήθηκαν, σε ανοιχτούς δρόμους, δίπλα σε θεατές που στέκονταν λίγα εκατοστά από το οδόστρωμα, με τις διαδρομές ναι μεν κλειστές στην κυκλοφορία, αλλά τους οδηγούς να παραμένουν εκτεθειμένοι σε εξόδους, πρανή, χαντάκια και γκρεμούς, είναι ακόμη και σήμερα ασύλληπτη.
Η σκοτεινή πλευρά, το 1957 και η οριστική διακοπή
Παρά τη λάμψη, όμως, ο αγώνας είχε και σκοτεινή πλευρά. Οι διοργανώσεις της εποχής δεν παρείχαν ουσιαστικά μέτρα ασφαλείας. Τα αυτοκίνητα κινούνταν με όλο και μεγαλύτερες ταχύτητες, οι δρόμοι ήταν οι ίδιοι που χρησιμοποιούσαν κάρα και πεζοί, και χιλιάδες θεατές συνωστίζονταν σε περάσματα, σε αριθμούς και σημεία που σήμερα θα θεωρούνταν απαγορευτικά και θα προκαλούσαν την αυθωρεί διακοπή μιας ειδικής διαδρομής. Το 1938, ένα σοβαρό ατύχημα με θεατές οδήγησε σε προσωρινή διακοπή, ενώ μετά τη λήξη του πολέμου, παρότι οι ταχύτητες συνέχιζαν να αυξάνονται, η αντίληψη περί κινδύνου δεν είχε ακόμη μετουσιωθεί σε αυστηρούς κανόνες.
Το 1957 ήρθε το τέλος. Η αστοχία στη Ferrari 335S του Alfonso de Portago είχε τραγικό αποτέλεσμα. Η έξοδος που ακολούθησε οδήγησε στον θάνατο του πληρώματος και εννέα θεατών, ανάμεσά τους και παιδιά. Η τραγωδία δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Οι αρχές απαγόρευσαν τους αγώνες ταχύτητας σε δημόσιους δρόμους και ο Mille Miglia έγραψε την τελευταία της σελίδα ως αγώνας ταχύτητας.
Η αναβίωση της διοργάνωσης το 1977 ως ιστορικό regularity rally ήταν κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν πια αγώνας ταχύτητας, αλλά φόρος τιμής. Η διαδρομή και οι πόλεις παρέμειναν, αλλά ο χαρακτήρας είχε αλλάξει. Ο Mille Miglia εκείνης της εποχής δεν θα μπορούσε να υπάρξει ξανά.
Παρόλα αυτά, η κληρονομιά του παραμένει. Το Mille Miglia ήταν το σημείο όπου η αυτοκίνηση συναντούσε την καθημερινότητα και ένας από τους πρώτους αγώνες που διεξάγονταν σε δημόσιους δρόμους. Διαδρομές που σήμερα οδηγούν στον χώρο εργασίας αποτέλεσαν κάποτε σκηνή για τη μάχη ανθρώπων και μηχανών. Ήταν ένας αγώνας που ανέδειξε τεχνολογίες, τρόπους οδήγησης και στρατηγικές. Ένας θεσμός που επηρέασε ολόκληρη την ευρωπαϊκή αντίληψη περί αντοχής και ταχύτητας στον μηχανοκίνητο αθλητισμό.











